31/1/17

Το ποδόσφαιρο στη ζωή του Μπομπ Μάρλεϊ

  Από το Sport-Retro.gr και τον Μάνο Ανδρουλάκη
«Το ποδόσφαιρο είναι από μόνο του μία ολόκληρη δεξιοτεχνία. Ένας κόσμος. Μου αρέσει γιατί για να παίξεις, θα πρέπει να είσαι επιδέξιος. Ελευθερία! Το ποδόσφαιρο είναι ελευθερία». Μπομπ Μάρλεϊ – 1979.
Λάτρης της «στρογγυλής θεάς», της τρομερής Σάντος και του Πελέ ήταν ο πιο δημοφιλής εκπρόσωπος της ρέγκε στον πλανήτη.
 Το Sport-Retro.gr σας ταξιδεύει σε ένα μελωδικό αθλητικό αφιέρωμα.


Ο Τζαμαϊκανός τραγουδιστής, συνθέτης και μουσικός δεν χρειαζόταν κάποιο γήπεδο για να απολαύσει λίγες ώρες ελευθερίας, όπως χαρακτήριζε το ποδόσφαιρο. Υπάρχουν ντοκουμέντα που μαρτυρούν ότι έπαιζε σε χώρους στάθμευσης, σε αλάνες, ακόμα και σε… στούντιο!
Μάλιστα, είχε προσλάβει για ατζέντη των περιοδειών της μπάντας του (σ.σ. The Wailers) τον Άλαν Κόουλ, αποκαλούμενο και «Skill», ο οποίος υπήρξε εκ των κορυφαίων διεθνών άσων του κράτους της Καραϊβικής.

Αξίζει να σημειωθεί ότι εν έτει 1976, ο Μάρλεϊ και ο Κόουλ ένωσαν το μουσικό τους ταλέντο για να δημιουργήσουν το τραγούδι «War», σε μία συνεργασία που διήρκεσε για ένα μεγάλο μέρος της δεκαετίας του 1970.
Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στο Ρίο ντε Τζανέιρο το 1980, ο θρυλικός εκπρόσωπος της ρέγκε και της σκα έπαιξε ποδόσφαιρο στον δρόμο με μουσικούς, παιδιά και τον Πάουλο Σέζαρ, μέλος της εθνικής Βραζιλίας που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970.
Πριν από την έναρξη του συγκεκριμένου αγώνα, ο Μάρλεϊ είχε παραλάβει την εμφάνιση του αγαπημένου του Πελέ, ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τον παρακολούθησαν… εν δράσει.
Μερικά χρόνια αργότερα, ο Σέζαρ ρωτήθηκε για την ιδιαίτερη αυτή ποδοσφαιρική αναμέτρηση και η αλήθεια είναι ότι δεν… έπλεξε το εγκώμιο του θιασώτη του κινήματος του Ρασταφαριανισμού.
«Αυτός ο αγώνας ήταν πραγματικά πολύ σύντομος. Όλα έγιναν γρήγορα, δόξα τω Θεώ, γιατί ήταν απαίσιος. Ο Μπομπ ήταν κακός. Πολύ απλά, δεν μπορούσε να παίξει. Από το 1 μέχρι το 10 θα τον βαθμολογούσα με 1,5», ήταν τα λόγια του 67χρονου παλαίμαχου άσου.
Ο Μάρλεϊ δεν ενδιαφερόταν για το θέαμα. Η αγάπη του για το άθλημα επισκίαζε την έλλειψη ικανοτήτων, ωστόσο δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τον χαρακτήριζαν αξιόλογο ποδοσφαιριστή.
«Αν θέλεις να με γνωρίσεις, θα πρέπει να παίξεις εναντίον μου και εναντίον των «Wailers», είχε πει μια φορά σε έναν δημοσιογράφο, αποδεικνύοντας τη δίψα του για τη «στρογγυλή θεά».
Ως εκ τούτου, μόνο εντύπωση δεν προξενεί το γεγονός ότι συχνά πυκνά συμμετείχε σε αναμετρήσεις με μουσικούς, εκπροσώπους του Τύπου και επαγγελματίες ποδοσφαιριστές.
Η Σεντέλα, η μεγαλύτερη κόρη του Μάρλεϊ, είχε πρωτοστατήσει στη δημιουργία μιας καμπάνιας, προκειμένου η εθνική Γυναικών της Τζαμάικα να γίνει η πρώτη ομάδα της Καραϊβικής που λαμβάνει μέρος σε Παγκόσμιο Κύπελλο.
Η προσπάθεια αυτή άρχισε το καλοκαίρι του 2014 και, πράγματι, μέσω της πλατφόρμας Indiegogo, συγκεντρώθηκαν αρκετές χιλιάδες ευρώ για το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα.
Η εθνική Γυναικών της Τζαμάικα δεν κατάφερε να προκριθεί στην τελική φάση του Καναδά, ωστόσο αυτό πέρασε σε δεύτερη μοίρα από τη στιγμή που ο κόσμος τη στήριξε έμπρακτα.
Τον Ιούλιο του 1977, ο Μάρλεϊ διαγνώσθηκε με έναν τύπο κακοήθους μελανώματος κάτω από το νύχι του μεγάλου δακτύλου του δεξιού του ποδιού.
Εν αντιθέσει με τον αστικό μύθο, το θανάσιμο -όπως αποδείχθηκε- πρόβλημα δεν προκλήθηκε κατά βάση από τραυματισμό σε ποδοσφαιρικό αγώνα, αλλά ήταν απλά ένα σύμπτωμα του καρκίνου.
Η ουσία είναι ότι στις 11 Μαΐου του 1981, σε ηλικία μόλις 36 ετών, ο Μάρλεϊ απεβίωσε και ο θρύλος του γιγαντώθηκε.
Ο επίλογος είναι αφιερωμένος σε όσους ενστερνίζονται το νόημα του παρακάτω τραγουδιού. «Μία αγάπη» δεν είναι, φυσικά, το ποδόσφαιρο αυτό καθαυτό. Είναι, όμως, τα δάκρυα χαράς σε μία επιτυχία, εκείνα της λύπης σε μία αποτυχία, το Fair Play… Και κυρίως, είναι τα παιδιά που παίζουν σε μία αλάνα οποιουδήποτε μέρους της Γης.